πεδίον

τὸ πεδίον равнина

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πεδίον" в других словарях:

  • Πεδίον — plain neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πέδιον — neut nom/voc/acc sg πεδάω bind with fetters imperf ind act 3rd pl (epic doric ionic) πεδάω bind with fetters imperf ind act 1st sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεδίον — πεδάω bind with fetters pres part act masc voc sg (epic doric ionic) πεδάω bind with fetters pres part act neut nom/voc/acc sg (epic doric ionic) πεδίον plain neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεδίον — τὸ, Α [πέδη] υποκορ. τού πέδη …   Dictionary of Greek

  • πεδιόν — μέτειμι 1 sum pres part act masc voc sg (doric aeolic) μέτειμι 1 sum pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) μέτειμι 2 ibo pres part act masc voc sg (doric aeolic) μέτειμι 2 ibo pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αλήιον πεδίον — Παραθαλάσσια πεδιάδα της Κιλικίας, όπου κατά τον Πίνδαρο ο Ζευς θυμωμένος με τον Βελλερεφόντη, που θέλησε να πετάξει μέχρι τους θεούς με τον Πήγασο, τον έριξε εκεί για να πλανιέται μόνος και έρημος. Ο Δαρείος ο Υστάσπυς έδωσε διαταγή στους… …   Dictionary of Greek

  • Άρεως, πεδίον — Ανοιχτός χώρος στη Ρώμη, ανάμεσα στους λόφους του Καπιτωλίου, του Κυρηναλίου και του Πιγκίου και στη μεγάλη καμπή του Τίβερη. Ανήκε στους Ταρκυνίους, αλλά μετά την κατάργηση της βασιλείας τους τον αφιέρωσαν στο θεό του πόλεμου Άρη και από τότε… …   Dictionary of Greek

  • Δώτιον πεδίον — Ονομασία δύο πεδιάδων κατά την αρχαιότητα. 1. Το ανατολικότερο τμήμα της θεσσαλικής πεδιάδας, που οριζόταν από την Όσσα, το Πήλιο, τον Όλυμπο, τις Κυνός Κεφαλές και τις λίμνες Βοιβηίδα και Νεσσωνίδα. 2. Πεδιάδα της Χίου, στο νότιο τμήμα του… …   Dictionary of Greek

  • πεδίοιο — πέδιον neut gen sg (epic) πεδάω bind with fetters pres opt mp 2nd sg (epic doric ionic) πεδίον plain neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεδίοισι — πέδιον neut dat pl (epic ionic aeolic) πεδάω bind with fetters pres part act masc/neut dat pl (epic doric ionic) πεδίον plain neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεδίοισιν — πέδιον neut dat pl (epic ionic aeolic) πεδάω bind with fetters pres part act masc/neut dat pl (epic doric ionic) πεδίον plain neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.